Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Ανεργία - Τοπικά σύμφωνα εργασίας

ΑΝΕΡΓΙΑ
Κάθε οικονομία έχει ένα ορισμένο μέγεθος πληθυσμού. Για λόγους οικονομικής ανάλυσης ο πληθυσμός διακρίνεται σε οικονομικά ενεργό και σε οικονομικά μη ενεργό. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός αποτελεί το εργατικό δυναμικό της οικονομίας και περιλαμβάνει τα άτομα εκείνα τα οποία είναι ικανά προς και ταυτόχρονα θέλουν να εργαστούν. Τα άτομα εκείνα τα οποία δεν μπορούν να εργαστούν π.χ. μικρά παιδία, ηλικιωμένοι, ασθενείς, στρατιώτες, κλπ δεν ανήκουν στο εργατικό δυναμικό. Επίσης άτομα τα οποία δεν μπορούν να εργαστούν, αλλά για διάφορους λόγους δεν θέλουν, π.χ. τεμπέληδες, δεν ανήκουν στο εργατικό δυναμικό. Συνεπώς, τα άτομα τα οποία δεν μπορούν ή δεν θέλουν να εργαστούν αποτελούν τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό. Το εργατικό δυναμικό χωρίζεται σε δύο κατηγορίες, σε εκείνους οι οποίοι εργάζονται και ονομάζονται απασχολούμενοι και σ'εκείνους οι οποίοι δεν εργάζονται και είναι άνεργοι. Με βάση τις παραπάνω διακρίσεις μπορούμε να δώσουμε τους εξής ορισμούς
· Εργατικό δυναμικό είναι το σύνολο των ατόμων τα οποία μπορούν και θέλουν να δουλέψουν.
· Απασχολούμενοι είναι τα άτομα τα οποία εργάζονται.
· Άνεργοι είναι τα άτομα τα οποία μπορούν και θέλουν να εργαστούν, αλλά δεν μπορούν να βρουν απασχόληση.

Είδη ανεργίας
Εποχιακή ανεργία:Πολλές επιχειρήσεις, όπως π.χ. οι αγροτικές και οι τουριστικές, παρουσιάζουν συστηματικές μεταβολές στην παραγωγική τους δραστηριότητα κατά τη διάρκεια του έτους. Οι μεταβολές της παραγωγής συνοδεύονται από αντίστοιχες μεταβολές της απασχόλησης εργατικού δυναμικού και συνεπώς από μεταβολές της ανεργίας. Αυτή η ανεργία ονομάζεται εποχιακή. Χαρακτηριστικό της εποχιακής ανεργίας είναι ότι επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο και είναι προσωρινή και μικρής σχετικά διάρκειας.
1. Ανεργία τριβής:Ανεργία τριβής είναι εκείνη η οποία οφείλεται στην αδυναμία της αγοράς εργασίας να απορροφήσει άμεσα ανέργους, παρότι υπάρχουν κενές θέσεις εργασίας, για τις οποίες οι άνεργοι έχουν τα απαραίτητα προσόντα και επαγγελματική εξειδίκευση. Η ανεργία τριβής οφείλεται στην αδυναμία των εργατών να εντοπίζουν αμέσως τις επιχειρήσεις με τις κενές θέσεις και στην αδυναμία των επιχειρήσεων να εντοπίζουν τους άνεργους εργάτες. Επίσης μπορεί να οφείλεται στη γεωγραφική απόσταση μεταξύ της περιοχής όπου υπάρχει ανεργία και αυτής όπου υπάρχουν κενές θέσεις εργασίας. Γενικότερα οφείλεται στην έλλειψη ενός αποτελεσματικού συστήματος πληροφοριών για ύπαρξη ανέργων και επιχειρήσεων με κενές θέσεις εργασίας.
2. Διαρθρωτική ανεργία:Όταν σε μια οικονομία υπάρχουν άνεργοι και κενές θέσεις εργασίας αλλά οι άνεργοι δεν μπορούν να απασχοληθούν στις υπάρχουσες κενές θέσεις, επειδή υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στα προσόντα και την ειδίκευση των ανέργων και σ'αυτά που απαιτούνται για την κάλυψη των κενών θέσεων, η ανεργία αυτή ονομάζεται διαρθρωτική, π.χ. Είναι δυνατόν σε μια οικονομία να υπάρχει ανεργία μηχανικών και έλλειψη λογιστών, ή να υπάρχει ανεργία για τους βιομηχανικούς εργάτες και έλλειψη ξενοδοχειακών υπαλλήλων. Η διαρθρωτική ανεργία οφείλεται σε τεχνολογικές μεταβολές, οι οποίες δημιουργούν νέα επαγγέλματα και αχρηστεύουν άλλα σε αλλαγές στη διάρθρωση της ζήτησης, οι οποίες αυξάνουν τη ζήτηση ορισμένων προϊόντων και ταυτόχρονα να μειώνουν τη ζήτηση άλλων. Όπως είναι φανερό η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από τη δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωση της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη. Διαφορετικά, η διαρθρωτική ανεργία μπορεί να είναι μεγάλης διάρκειας.
3. Ανεργία ανεπαρκούς ζήτησης:Η ανεργία λόγω ανεπαρκούς ζήτησης ονομαζόμενη και κεϋνσιανή ανεργία, είναι εκείνη που προέρχεται από την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας στις φάσεις της καθόδου και της ύφεσης του οικονομικού κύκλου. Πρόκειται, δηλαδή για αδυναμία της συνολικής ζήτησης της οικονομίας να απορροφήσει τη συνολική προσφορά εργατικού δυναμικού. Η ανεργία αυτή έχει κυκλικό χαρακτήρα, δηλαδή επαναλαμβάνεται και η διάρκεια της εξαρτάται από τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΓΑΘΑ
Ως αγαθά ορίζονται τα διάφορα μέσα με τα οποία ικανοποιούνται οι ανάγκες του ανθρώπου. Για να ικανοποιούν ανθρώπινες ανάγκες θα πρέπει να έχουν χρησιμότητα. Σαν χρησιμότητα δε εννοείται η σχέση που υπάρχει ανάσα στη φυσική ιδιότητα του αγαθού και στην ανθρώπινη ανάγκη που μπορεί αυτό να καλύψει. Επομένως η χρησιμοποίηση των αγαθών δεν αποτελεί μόνιμη και αυτοτελή ιδιότητα των αγαθών, αλλά εξαρτάται από τις ανάγκες του ανθρώπου. Έτσι ένα αγαθό είναι χρήσιμο όταν υπάρχει μια ανάγκη να καλύψει, ενώ όταν πάψει να υπάρχει η ανάγκη, τότε και το αγαθό παύει να είναι χρήσιμο.
Από την παραπάνω ανάλυση βγαίνει το συμπέρασμα ότι η χρησιμότητα των αγαθών προσδιορίζεται από δύο βασικά στοιχεία:
1. Το υποκειμενικό που αναφέρεται στην επιθυμία του ανθρώπου να ικανοποιήσει μια ανάγκη και
2. το αντικειμενικό, δηλαδη το γεγονός ότι ένα αγαθό έχει τις φυσικές ιδιότητες τις απαραίτητες για την κάλυψη της ανθρώπινης ανάγκης.

Διακρίσεις των αγαθών

Τα αγαθά διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:
1. Τα ελεύθερα αγαθά που είναι εκείνα που υπάρχουν σε αφθονία σε σχέση με τις ανάγκες που καλύπτουν,όπως ο ατμοσφαιρικός αέρας,το πόσιμο νερό στην πηγή, κτλ, και
2. τα οικονομικά αγαθά που είναι εκείνα που βρίσκονται σε ανεπάρκεια σε σχέση με τις ανάγκες που καλύπτουν και η απόκτησή τους απαιτεί αντιπαροχή, π.χ στάρι, άνθρακας κτλ,.
Τα οικονομικά αγαθά είναι αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης, γιατί αυτά είναι η αιτία που δημιουργούνται οικονομικά προβλήματα. Τα οικονομικά αγαθά διακρίνονται σε δύο κατηγορίες σε δύο βασικές κατηγορίες:τα υλικά αγαθά και τα άυλα αγαθά ή υπηρεσίες.


Η έννοια της οριακής χρησιμότητας
Ως χρησιμότητα ορίζεται η ιδιότητα που έχουν τα οικονομικά αγαθά να ικανοποιούν τις ανάγκες του ανθρώπου.
Η χρησιμότητα δεν είναι κάτι που καθορίζεται αντικειμενικά, αλλά εξαρτάται από την υποκειμενική διάθεση κάθε ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι το αγαθό που είναι χρήσιμο σ'έναν άνθρωπο μπορεί να είναι άχρηστο ή τουλάχιστο λιγότερο χρήσιμο σ' έναν άλλο. Η χρησιμότητα μπορεί να διαφέρει από λαό σε λαό,π.χ. για τους βόρειου ς λαούς της Ευρώπης το χοιρινό κρέας αποτελεί βασικό στοιχείο διατροφής,ενώ για άλλους όπως τους ’ραβες,Τούρκους κ.λ.π.,το απαγορεύει η θρησκεία τους.Η χρησιμότητα επίσης μπορεί να διαφέρει και από τόπο σε τόπο,π.χ. τα χοντρά μάλλινα υφάσματα που προσφέρουν μεγάλη χρησιμότητα σ'εκείνους που κατοικούν σε ψυχρά κλίματα,είναι εντελώς άχρηστα σ'εκείνους που κατοικούν σε θερμά κλίματα.Τέλος,η χρησιμότητα ενός αγαθού μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο από πολλούς παράγοντες όπως,την εξέλιξη της τεχνολογίας,τη μόδα κ.λ.π.
Η χρησιμότητα διακρίνεται σε συνολική χρησιμότητα και οριακή χρησιμότητα.
Συνολική χρησιμότητα ενός αγαθού είναι η συνολική ικανοποίηση που αποκομίζει ο καταναλωτής από την κατανάλωση μιας ορισμένης ποσότητας από το αγαθό αυτό.Ως ένα σημείο η ικανοποίηση που αποκομίζει ο καταναλωτής με το να καταναλώνει μεγαλύτερες ποσότητες από το αγαθό αυξάνει.Όταν όμως η κατανάλωση συνεχίζεται σε μεγαλύτερες ποσότητες,τότε η χρησιμότητα θα φτάσει ένα μέγιστο πέρα από το οποίο ο καταναλωτής δεν μπορεί να αποκομίζει μεγαλύτερη ικανοποίηση.Το σημείο αυτό λέγεται σημείο κορεσμού και πέρα απ'αυτό η συνολική χρησιμότητα μειώνεται.
Οριακή χρησιμότητα ενός αγαθού είναι η πρόσθετη χρησιμότητα που αποκομίζει ο καταναλωτής από την απόκτηση μιας πρόσθετης μονάδας από το αγαθό.Η τελευταία μονάδα από το αγαθό που κάθε φορά αποκτά ο καταναλωτής λέγεται οριακή μονάδα και η χρησιμότητα που αποκομίζει απ'αυτήν οριακή χρησιμότητα. Από τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι η οριακή χρησιμότητα μπορεί να υπολογιστεί από τη μεταβολή που επέρχεται στη συνολική χρησιμότητα με την απόκτηση μιας πρόσθετης μονάδας από το αγαθό.
Επειδή η συνολική χρησιμότητα ενός αγαθού αυξάνει με φθίνοντα ρυθμό,η οριακή χρησιμότητα του αγαθού θα είναι φθίνουσα, γιατί κάθε πρόσθετη μονάδα δίνει στον καταναλωτή μικρότερη ικανοποίηση από ότι η προηγούμενη μονάδα. Αυτή η σχέση ανάμεσα στην ποσότητα που καταναλώvεται από το αγαθό και τη χρησιμότητά του, εκφράζεται με το νόμο της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας.